προδηλώ


προδηλώ
-όω, Α
1. καθιστώ κάτι φανερό εκ τών προτέρων
2. δηλώνω σαφώς, πλήρως
3. δίνω από πριν οδηγίες, υποδείξεις σε κάποιον να κάνει κάτι
4. (η μτχ. μέσ. ενεστ.) προδηλούμενος, -ένη, -ον
(σχετικά με πρόσ.) αυτός που προαναφέρθηκε.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ-* + δηλῶ «δηλώνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προδήλῳ — πρόδηλος clear masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδήλωι — προδήλῳ , πρόδηλος clear masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδήλωμα — τὸ, Μ [προδηλῶ] 1. δημόσια δήλωση 2. απόδειξη εκ τών προτέρων …   Dictionary of Greek

  • προδήλωσις — ώσεως, ἡ, Α [προδηλῶ] 1. η εκ τών προτέρων δήλωση για κάτι που θα συμβεί στο μέλλον, προφητεία 2. προειδοποίηση …   Dictionary of Greek

  • προδηλωτικός — ή, όν, Α [προδηλῶ] αρμόδιος, κατάλληλος για την εκ τών προτέρων δήλωση, αυτός που φανερώνει κάτι προηγουμένως …   Dictionary of Greek